«Πώς μπορούμε να κάνουμε τους ανθρώπους να οδηγούν περισσότερο, ώστε να χρησιμοποιούν περισσότερα ελαστικά;» Αυτό ήταν το βασικό ερώτημα που απασχολούσε τους αδελφούς Édouard και André Michelin στις αρχές του 1900, μια εποχή όπου μόνο τρεις χιλιάδες αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Γαλλίας, με τους ανθρώπους να μην οδηγούν συχνά, πράγμα που σήμαινε ότι δε φθείρονταν τα ελαστικά των αυτοκινήτων, επομένως λιγότερα φθαρμένα ελαστικά σήμαιναν σε λιγότερες πωλήσεις για την επιχείρησή τους. Η ιδιοφυής λύση που βρήκαν ήταν η κυκλοφορία του Οδηγού Michelin, ενός δωρεάν (αρχικά) εγχειριδίου για οδηγούς που περιείχε χάρτες, μια λίστα με ξενοδοχεία κι εστιατόρια και συμβουλές για τη συντήρηση των αυτοκινήτων. Αλλά πώς θα μπορούσε αυτό το κόκκινο βιβλιαράκι να είναι η απάντηση στα προβλήματά τους;
Οι αδελφοί Michelin ανέλαβαν το εργοστάσιο του παππού τους το 1889, όταν η εταιρεία κατασκεύαζε κυρίως ελαστικό εξοπλισμό για αγροτική χρήση. Μια μέρα, ένας ποδηλάτης μπήκε στο εργοστάσιό τους με ένα λάστιχο που χρειαζόταν επισκευή, οπότε οι αδελφοί εντόπισαν μια ευκαιρία, καθώς εκείνη την εποχή, τα ελαστικά ποδηλάτων ήταν κολλημένα στις ζάντες, καθιστώντας τις επισκευές πολύ χρονοβόρες. Η καινοτομία που εφάρμοσε η Michelin ήταν το αποσπώμενο ελαστικό, το οποίο αφαιρούνταν κι επισκευάζονταν γρήγορα, επομένως ήταν πιο αποτελεσματικό κι άνετο για τους αναβάτες. Μια σημαντική εξέλιξη για την εταιρεία προέκυψε όταν κατά τη διάρκεια του αγώνα Παρίσι-Βρέστη-Παρίσι, ο ποδηλάτης Charles Teront αναδείχθηκε νικητής χρησιμοποιώντας το νέο προϊόν, καθώς σταμάτησε πολύ λιγότερες φορές από τους ανταγωνιστές του.
Με την ανάδυση της αυτοκινητοβιομηχανίας, η Michelin αναγνώρισε μια τεράστια ευκαιρία, με την προσοχή της να επικεντρώνεται σε καινοτομίες που θα έκαναν τα ελαστικά της ανθεκτικά κι εύκολα στην επισκευή. Παρ' όλα αυτά, όπως έχουμε ήδη δει, το πρόβλημα ήταν ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα στη Γαλλία και ότι αυτά που υπήρχαν δεν κυκλοφορούσαν τόσο πολύ όσο θα ήθελε η Michelin, επομένως τα ελαστικά τους δε φθείρονταν. Ως εκ τούτου, η εταιρεία εξέδωσε τον Οδηγό Michelin, ένα βιβλιαράκι που με τις πληροφορίες που περιείχε ενθάρρυνε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητά τους και να ταξιδεύουν. Περισσότερα ταξίδια σήμαιναν περισσότερη οδήγηση, άρα περισσότερη χρήση ελαστικών και τελικά περισσότερες πωλήσεις για την επιχείρησή τους.
Κατά τη δεκαετία του 1920, ο Οδηγός άρχισε να περιλαμβάνει ανώνυμες κριτικές για εστιατόρια και για να διατηρήσει την αξιοπιστία του, η Michelin προσέλαβε ανεξάρτητους επιθεωρητές/κριτικούς, άρχισε να χρεώνει για την αγορά του κι αφαίρεσε όλες τις διαφημίσεις. Κατόπιν, εφάρμοσε το διάσημο σύστημα αστεριών της, όπου ένα αστέρι σήμαινε «πολύ καλό εστιατόριο», δύο αστέρια «εστιατόριο που αξίζει μια παράκαμψη» και τρία αστέρια «εστιατόριο που αξίζει ένα ξεχωριστό ταξίδι». Είναι προφανές ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε (παράκαμψη, ταξίδι), σαφώς στόχευε στο να παρακινήσει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν. Σήμερα, τα αστέρια Michelin θεωρούνται η υψηλότερη διάκριση στον κόσμο της μαγειρικής, ένα παγκόσμιο σύμβολο αριστείας, το οποίο αν και είναι εντελώς ανεξάρτητο από την επιχείρηση ελαστικών στην αντίληψη, αναμφίβολα ενισχύει την premium ταυτότητα της Michelin.
Κατά την άποψή μου, η μελέτη περίπτωσης του Οδηγού Michelin αποτελεί την επιτομή του στρατηγικού μάρκετινγκ, που στοχεύει πρώτα στη δημιουργία αξίας και στη συνέχεια στην πώληση. Η εταιρεία δεν πίεσε με άμεσο τρόπο για να πουλήσει ελαστικά, αλλά μέσω της δημιουργίας περιεχομένου υψηλής αξίας που δημιούργησε ζήτηση, κατάφερε να χτίσει εμπιστοσύνη και χρησιμότητα λύνοντας πραγματικά προβλήματα πελατών, προτού αυτοί αγοράσουν τα προϊόντα της. Επιπλέον, ως ο απόλυτος επιμελητής εξαιρετικών εστιατορίων, η Michelin συνέδεσε άμεσα το εμπορικό της σήμα με την τεχνογνωσία, την ποιότητα και την ακρίβεια, κάτι που μεταφέρθηκε στην αντίληψη που είχαν οι πελάτες για τα προϊόντα της (ελαστικά), ενώ η συνέπεια στη διαδικασία απονομής των αστεριών (ανωνυμία επιθεωρητών, συνεπή κριτήρια, σπανιότητα) έδωσε στο εμπορικό σήμα κύρος και premium τοποθέτηση.
Τέλος, αυτή η προσέγγιση είναι το τέλειο παράδειγμα ότι η δημιουργία περιεχομένου δε χρειάζεται να αφορά το ίδιο το προϊόν, αλλά πρέπει να θέτει τον πελάτη πάνω απ' όλα και να ανταποκρίνεται στον τρόπο ζωής και τις ανάγκες του, επιτυγχάνοντας παράλληλα μια συναισθηματική σύνδεση. Η Michelin κατάφερε να το κάνει αυτό, καθώς δημιούργησε μια αίσθηση περιπέτειας κι ανακάλυψης γύρω από τα ταξίδια και την εστίαση. Οι επιχειρήσεις καταφέρνουν να αναπτύσσονται όχι μόνο μέσω της διαφήμισης, αλλά και μέσω της δημιουργίας κουλτούρας κι αυτό ακριβώς έκανε δυνατό η Michelin υλοποιώντας αυτή τη μακροπρόθεσμη στρατηγική.
